FacebookTwitterGoogle BookmarksLinkedIn

Η Σύμβαση του Άρχους: Μία Επισκόπηση

21/09/2011

Εισαγωγή
Η Σύμβαση για την Πρόσβαση σε Πληροφορίες, τη Συμμετοχή του Κοινού στη Λήψη Αποφάσεων και την Πρόσβαση στη Δικαιοσύνη για Περιβαλλοντικά Θέματα (εφεξής «η Σύμβαση του Άρχους») συνήφθη στο Άρχους της Δανίας στις 25 Ιουνίου 1998, στο πλαίσιο της Οικονομικής Επιτροπής του ΟΗΕ για την Ευρώπη (UNECE), «Περιβάλλον για την Ευρώπη» και τέθηκε σε ισχύ το 2001.
Αναγνωρίζοντας, μεταξύ άλλων, την ανάγκη να προστατευθεί, να διατηρηθεί και να βελτιωθεί η κατάσταση του περιβάλλοντος και ότι η κατάλληλη προστασία του περιβάλλοντος είναι απαραίτητη για την ανθρώπινη ευημερία και την απόλαυση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η Σύμβαση του Άρχους υιοθετεί μια προσέγγιση βασισμένη στα δικαιώματα, στρέφοντας την προσοχή της στις γενιές του σήμερα και του αύριο. Θεωρείται ως πρωτοποριακό εργαλείο διακυβέρνησης στον τομέα του περιβάλλοντος· όχι μόνο προσφέρει τα δικαιώματα σε σχέση με το περιβάλλον σε τοπικό, εθνικό και διασυνοριακό επίπεδο, αλλά εμπερικλείει ζητήματα όπως κυβερνητική ευθύνη, διαφάνεια και ανταπόκριση, ενώ ταυτόχρονα στοχεύει στην ενδυνάμωση των σχέσεων και αλληλεπιδράσεων μεταξύ του κοινού και των δημοσίων αρχών.

Ο σκοπός αυτού του άρθρου δεν είναι να καλύψει το σύνολο της Σύμβασης με λεπτομέρεια, αλλά απλώς να παράσχει μια σύντομη ματιά σε αυτή για το κοινό, μαζί με διάφορες εξελίξεις που έχουν επέλθει μετά την επιβολή της. Το άρθρο αυτό επιδιώκει επίσης να προκαλέσει τη δίψα για ατομική αναζήτηση.

Οι «Τρεις Πυλώνες»
Η Σύμβαση του Άρχους καθιερώνει μια σειρά από δημόσια δικαιώματα (άτομα και ενώσεις) όσον αφορά το περιβάλλον. Τα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης οφείλουν να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα ούτως ώστε οι δημόσιες αρχές (σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο) να συμβάλουν στην αποτελεσματικότητα των δικαιωμάτων αυτών.

Το αντικείμενο της παρούσας Σύμβασης είναι χωρισμένο σε «τρεις πυλώνες»: την πρόσβαση σε περιβαλλοντικές πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα. Αυτά τα τρία δικονομικά δικαιώματα είναι εργαλεία για την επίτευξη ενός ουσιαστικού στόχου, την προστασία του περιβάλλοντος.

α. Πρόσβαση σε Πληροφορίες (Άρθρο 4)
Ο πρώτος πυλώνας της Σύμβασης προβλέπει για το δικαίωμα του καθενός να λαμβάνει τις περιβαλλοντικές πληροφορίες που κατέχονται από τις δημόσιες αρχές. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση του περιβάλλοντος, την πολιτική ή μέτρα που έχουν ληφθεί και την κατάσταση της ανθρώπινης υγείας και ασφάλειας όταν επηρεάζονται από την κατάσταση του περιβάλλοντος.

Οι αιτούντες έχουν δικαίωμα να λάβουν τις απαιτούμενες πληροφορίες εντός ενός μηνός από την ημερομηνία της αίτησης και χωρίς να παρέχουν οποιαδήποτε αιτιολογία για την απαίτηση αυτή. Σε περίπτωση καθυστερήσεων (λόγω όγκου η της πολυπλοκότητας των απαιτούμενων πληροφοριών), οι αιτούντες πρέπει να ενημερώνονται για αυτές τις καθυστερήσεις από τις αρμόδιες αρχές, οι οποίες με τη σειρά τους πρέπει να αναφέρουν τους λόγους για τις εν λόγω καθυστερήσεις. Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις όπου οι αιτήσεις για πληροφορίες δύνανται να απορριφθούν, οι σημαντικότερες των οποίων είναι η εθνική άμυνα και δημόσια ασφάλεια.

Οι δημόσιες αρχές υποχρεούνται, σύμφωνα με τη Σύμβαση, να διαδίδουν ενεργά περιβαλλοντικές πληροφορίες στην κατοχή τους καθώς και να δημοσιεύουν και διαδίδουν εθνικές εκθέσεις, σε τακτά χρονικά διαστήματα, σχετικά με την κατάσταση του περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών όπως η ποιότητα του περιβάλλοντος και οι πιέσεις που δέχεται αυτό. Τα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης υποχρεούνται επίσης να δημοσιεύουν και διαδίδουν έγγραφα νομοθεσίας και πολιτικής όπως, για παράδειγμα, έγγραφα για στρατηγικές, προγράμματα και σχέδια δράσης σε σχέση με το περιβάλλον, καθώς και εκθέσεις προόδου σχετικά με την εφαρμογή τους που προπαρασκευάζονται σε διάφορα κυβερνητικά επίπεδα.

β. Συμμετοχή στη Λήψη Αποφάσεων (Άρθρα 6–8)
Ο δεύτερος πυλώνας παρέχει το δικαίωμα της συμμετοχής στη λήψη περιβαλλοντικών αποφάσεων. Οι δημόσιες αρχές πρέπει να κάνουν τις ανάλογες διευθετήσεις για να δυνηθούν το επηρεαζόμενο κοινό και περιβαλλοντικοί μη κυβερνητικοί οργανισμοί να υποβάλουν παρατηρήσεις, για παράδειγμα, σχετικά με προτάσεις για έργα ή σχέδια και προγράμματα που αφορούν και επηρεάζουν το περιβάλλον, οι οποίες παρατηρήσεις πρέπει να ληφθούν δεόντως υπόψη στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, κλείνοντας τη διαδικασία αυτή με πληροφόρηση στο κοινό ως προς τις τελικές αποφάσεις και τους λόγους για αυτές. Οι δημόσιες αρχές υποχρεούνται όπως παρέχουν πρόσβαση στο κοινό για την εξέταση των σχετικών πληροφοριών δωρεάν και όλες τις άλλες πληροφορίες μόλις αυτές είναι διαθέσιμες.

Οι δε πληροφορίες πρέπει να πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια ποιότητας και ποσότητας, με την έννοια ότι πρέπει να είναι πλήρεις ώστε να καταστεί δυνατή η εν λόγω εξέταση από το κοινό. Εξάλλου, όταν οι αποφάσεις αυτές λαμβάνονται από τις δημόσιες αρχές, οι εν λόγω αρχές έχουν υποχρέωση να τις διαθέτουν στο κοινό συνοδευόμενες από τους λόγους και το σκεπτικό βάσει του οποίου έχουν ληφθεί.

Επιπλέον, οι δημόσιες αρχές πρέπει να καταβάλλουν προσπάθειες προκειμένου να προσφέρονται ευκαιρίες για τη συμμετοχή του κοινού όσον αφορά σχέδια, προγράμματα και πολιτικές που σχετίζονται με το περιβάλλον. Περαιτέρω, τα μέρη της Σύμβασης πρέπει να καταβάλλουν σοβαρές προσπάθειες για την προώθηση της αποτελεσματικής συμμετοχής του κοινού κατά την προπαρασκευή από τις δημόσιες αρχές εκτελεστικών κανονισμών και άλλων νομικά δεσμευτικών κανόνων που ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον.

γ. Πρόσβαση στη Δικαιοσύνη (Άρθρο 9)
Ο τρίτος, και ίσως σημαντικότερος, πυλώνας διασφαλίζει το δικαίωμα των αναθεωρητικών διαδικασιών για προσβολή δημοσίων αποφάσεων που έχουν παρθεί χωρίς να τηρούνται τα δύο προαναφερθέντα δικαιώματα ή η περιβαλλοντική νομοθεσία γενικότερα.

Αυτό το σκέλος της Σύμβασης προβλέπει ότι το συγκεκριμένο δικαίωμα δύναται να ασκηθεί από το κοινό ενώπιον δικαστηρίου ή άλλου καθορισμένου διά νόμου ανεξάρτητου και αμερόληπτου φορέα και ότι τέτοιας φύσης διαδικασίες πρέπει όχι μόνο να είναι ταχείες αλλά δωρεάν ή χαμηλού κόστους.

Στο πλαίσιο της εθνικής νομοθεσίας, κάθε μέλος του ενδιαφερόμενου κοινού που έχει επαρκές συμφέρον ή, εναλλακτικά, που διατηρεί προσβολή δικαιώματος, όταν η διοικητική δικονομία ενός συμβαλλόμενου μέρους το απαιτεί ως προϋπόθεση, έχει πρόσβαση σε δικαστήριο ή άλλο ανεξάρτητο και αμερόληπτο νομικό όργανο και δύναται να αμφισβητήσει την ουσιαστική και τυπική νομιμότητα οποιασδήποτε απόφασης, πράξης ή παράλειψης. Επαρκές συμφέρον και προσβολή δικαιώματος προσδιορίζονται σύμφωνα με τις απαιτήσεις του εθνικού δικαίου και παράλληλα με το στόχο να παρέχεται στο ενδιαφερόμενο κοινό ευρεία πρόσβαση στη δικαιοσύνη εντός του πεδίου εφαρμογής της Σύμβασης. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι μη κυβερνητικοί οργανισμοί οι οποίοι προάγουν την προστασία του περιβάλλοντος και πληρούν οποιεσδήποτε τέτοιες προϋποθέσεις σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία θεωρούνται ότι πληρούν το κριτήριο του επαρκούς συμφέροντος.

Αιτήσεις για εσωτερική αναθεώρηση διοικητικής πράξης ή σχετικά με διοικητική παράλειψη δύνανται να αποστέλλονται μέσω ταχυδρομείο ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην υπηρεσία η οποία είναι αρμόδια για την εφαρμογή της διάταξης βάσει της οποίας υιοθετήθηκε η διοικητική πράξη ή πάνω στην οποία βασίζεται ο ισχυρισμός της διοικητικής παράλειψης.

Πόροι και Δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Εκτός από τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στη νομοθετική μάζα, υπάρχει μια σειρά από άλλες πηγές, όπου το κοινό μπορεί να βρει «παρηγοριά» από την καθιερωμένα πολύπλοκη νομική λογοτεχνία. Μερικές από αυτές αναφέρονται παρακάτω.

Πρόσβαση σε Πληροφορίες
·         Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος (EuropeanEnvironmentAgency, ΕΕΑ): στοχεύει στην υποστήριξη της αειφόρου ανάπτυξης και της επιτυχίας σημαντικής βελτίωσης του περιβάλλοντος της Ευρώπης μέσω της παροχής έγκαιρων, στοχοθετημένων, συναφών και αξιόπιστων περιβαλλοντικών πληροφοριών στους πράκτορες πολιτικής χάραξης και το κοινό.

  • Ευρωπαϊκό Δίκτυο Πληροφοριών και Παρατηρήσεων (EuropeanEnvironmentInformationandObservationNetwork, EIONET): ένα δίκτυο συνεργασίας (επίσης ηλεκτρονικό δίκτυο, e-EIONET) του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος και των οργανισμών των Κρατών Μελών που παρέχει από κοινού τις πληροφορίες που χρησιμοποιήθηκαν για τη λήψη αποφάσεων για τη βελτίωση της κατάστασης του περιβάλλοντος και συμβάλλει σε μια αποτελεσματικότερη πολιτική.
  • Ευρωπαϊκό Μητρώο Ρυπογόνων Εκπομπών (EuropeanPollutantEmissionRegister, EPER) και Ευρωπαϊκό Μητρώο Έκλυσης και Μεταφοράς Ρύπων (EuropeanPollutantReleaseandTransferRegister, E-PRTR): οι εθνικές κυβερνήσεις όλων των Κρατών Μελών οφείλουν να τηρούν απογραφές των δεδομένων για τις εκπομπές από προσδιορισμένες βιομηχανικές πηγές και να αναφέρουν εκπομπές από μεμονωμένες εγκαταστάσεις στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι πληροφορίες γίνονται προσβάσιμες σε δημόσιο μητρώο (EPER).
Συμμετοχή στη Λήψη Αποφάσεων

  • Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και Κοινωνία των Πολιτών (The European Commission and Civil Society): αυτή την ιστοσελίδα έχει στόχο την παροχή πληροφοριών σχετικά με θέματα που αφορούν τη διαβούλευση και το διάλογο της Επιτροπής με την κοινωνία των πολιτών.
  • «Η φωνή σας στην Ευρώπη» (“Your Voice in Europe”): αυτό είναι το ενιαίο σημείο πρόσβασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε μια ευρεία ποικιλία πληροφοριών σχετικά με θέματα που αφορούν τη διαβούλευση της Επιτροπής και του διαλόγου με την κοινωνία των πολιτών.
·         «Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Διαφάνειας» (“European Transparency Initiative”): ακόμα μία ιστοσελίδα που δίνει πρόσβαση στις διαβουλεύσεις που διεξάγονται στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας για τη διαφάνεια που ξεκίνησε η Επιτροπή το 2005.

Πρόσβαση στη Δικαιοσύνη

·         Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής (The European Ombudsman): οποιοσδήποτε πολίτης ή κάτοικος της ΕΕ (ή επιχείρηση, ένωση ή άλλο σώμα με έδρα στην Ένωση), δύναται να παραπονεθεί η να κάνει καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή. Ο Διαμεσολαβητής διερευνά παράπονα και καταγγελίες για περιπτώσεις κακοδιοίκησης από θεσμικά όργανα και οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

  • Πρόγραμμα Συνεργασίας με τους Δικαστές (Cooperation with Judges Programme): όπως προβλέπεται από τη Συνθήκη της Λισαβόνας, αυτό είναι ένα από τα μέτρα που απαιτούνται για την ενίσχυση της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές, εμπορικές καθώς και ποινικές υποθέσεις.
·         Δικτυακή Πύλη Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης (E-Justice Portal): αυτή η πύλη θεωρείται ως «(ηλεκτρονικό) κατάστημα μίας στάσης» για πληροφορίες σχετικά με την Ευρωπαϊκή δικαιοσύνη και την πρόσβαση στις Ευρωπαϊκές δικαστικές διαδικασίες. Στόχος της είναι να παρέχει, σε ένα ενοποιημένο σύστημα, ένα ενιαίο σημείο εισόδου για τη δικαιοσύνη που σχετίζεται με τις ερωτήσεις και ηλεκτρονικές διαδικασίες για το ποινικό, αστικό και διοικητικό δίκαιο.

Σχετικές Εξελίξεις

Η έναρξη ισχύος της Σύμβασης του Άρχους οδήγησε στην εφαρμογή μιας σειράς άλλων νομοθετημάτων. Το 2003, δύο Οδηγίες που αφορούν τους πρώτο και δεύτερο πυλώνα της Σύμβασης υιοθετήθηκαν· Οδηγία 2003/4/ΕΚ σχετικά με την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες και Οδηγία 2003/35/ΕΚ σχετικά με τη συμμετοχή του κοινού στην κατάρτιση ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων που αφορούν το περιβάλλον, οι οποίες οδηγίες περιέχουν διατάξεις για την πρόσβαση στη δικαιοσύνη.

Εν τω μεταξύ ο Κανονισμός του Άρχους ((ΕΚ) Αριθ.1376/2006) αναβαθμίζει και βελτιώνει άλλους υφιστάμενους Κανονισμούς και Αποφάσεις. Για παράδειγμα, επεκτείνει τον Κανονισμό (ΕΚ) Αριθ.1049/2001 που αφορά την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής σε όλα τα κοινοτικά θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς. Έπειτα, η Απόφαση της Επιτροπής 2008/401/ΕΚ εξασφαλίζει ότι οι Γενικές Αρχές και οι ελάχιστες προδιαγραφές για διαβουλεύσεις των ενδιαφερομένων μερών ισχύουν και για το κοινό σε σχέση με περιβαλλοντικά θέματα.

Πρόνοιες για τη συμμετοχή του κοινού στη διαδικασία λήψης αποφάσεων βρίσκονται και σε άλλες περιβαλλοντικές οδηγίες, όπως η Οδηγία 2001/42/ΕΚ (Οδηγία «Εκτίμησης των Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων») σχετικά με την εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων για το περιβάλλον και η Οδηγία 2000/60/ΕΚ, η οποία καθορίζει ένα πλαίσιο για την κοινοτική δράση στον τομέα της πολιτικής των υδάτων. Επιπλέον, οι τρεις πυλώνες της Σύμβασης έχουν ενσωματωθεί στην οδηγία για τις βιομηχανικές εκπομπές (Οδηγία 2010/75/ΕΚ) την οδηγία για την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης (Οδηγία 2008/1/ΕΚ) και άλλες Οδηγίες και νομοθετήματα.

Το 2003, η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση οδηγίας σχετικά με την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα ως μέρος του αρχικού πακέτου του Άρχους και για να καταστεί δυνατό ένα ελάχιστο επιπέδου εναρμονισμένων απαιτήσεων, με σκοπό να εφαρμόσει επίσης τον τρίτο πυλώνα οριζόντια. Παρόλ’ αυτά, η αντίθεση από πολλά κράτη μέλη την έχουν εμποδίσει από το να εγκριθεί μέχρι στιγμής.

Πέντε χρόνια αργότερα, η Επιτροπή εξέδωσε την Πρώτη Έκθεση Εφαρμογής, αναθεωρώντας τον τρόπο εφαρμογής της Σύμβασης από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και το 2011 τη Δεύτερη Έκθεση Εφαρμογής, που καλύπτει την περίοδο μεταξύ 2008 και 2010.

Στοχαστική Κριτική

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η Σύμβαση του Άρχους μετατρέπει την περιβαλλοντική νομοθεσία σε μια σειρά διαδικασιών.Εστιάζει περισσότερο στον καθορισμό και την καταγραφή διαδικασιών παρά στην καθιέρωση προτύπων και προσδιορισμό αποτελεσμάτων, επιτρέποντας στα εμπλεκόμενα μέρη να ερμηνεύσουν και να εφαρμόσουν τη Σύμβαση σύμφωνα με τα συστήματα και τις συνθήκες που χαρακτηρίζουν το έθνος τους. Αυτό το μοντέλο αποτελεί ένα τέλειο παράδειγμα πολυεπίπεδης διακυβέρνησης.

Η Σύμβαση επίσης υποχρεώνει αξιωματούχους και αρχές των υπογραφόντων χωρών να βοηθούν και να προσφέρουν καθοδήγηση αναφορικά με τους τρεις πυλώνες-δικαιώματα και παράλληλα προωθώντας περιβαλλοντική εκπαίδευση και επίγνωση του κοινού, ιδίως σχετικά με το πώς να αποκτούν πρόσβαση σε αυτά τα δικαιώματα.

Ωστόσο, η Σύμβαση δεν έρχεται χωρίς τα ελαττώματα της. Το χρονικό διάστημα στο οποίο το κοινό έχει την ευκαιρία να συμμετέχει στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και να προτείνει προτάσεις είναι κάπως μικρό. Οι διαδικασίες σε εθνικό επίπεδο παραμένουν χρονοβόρες. Υπάρχει το θέμα του χρόνου όταν οι διαδικασίες βρίσκονται σε εξέλιξη καθώς και το θέμα του κόστους, τα οποία κατά μεγάλο βαθμό ενδέχονται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, να γίνουν αισθητό βάρος για τα άτομα που αναζητούν πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Οι ιδιωτικοί φορείς εξαιρούνται από αυτές τις υποχρεωτικές διαδικασίες. Υπάρχει, επίσης, αμφιβολία ως προς το κατά πόσο οι ΜΚΟ που συμμετέχουν εκπροσωπούν κάποιο πρόσωπο (νομικό ή φυσικό), αφού οι απλοί πολίτες συχνά αδυνατούν οικονομικά να συμμετέχουν αποτελεσματικά και ως εκ τούτου εκπροσωπούνται από τους οργανισμούς αυτούς. Οι διαφορές μεταξύ των συμμετεχόντων και των ανισοτήτων των πόρων των κοινωνικών ομάδων μπορεί να υποδηλώνουν την πιθανότητα μίας άνισης περιβαλλοντικής προστασίας.

Ίσως να μην είναι αρκετό να υπάρχει ένα καθεστώς σε εθνικό επίπεδο μόνο. Δεδομένου ότι κάθε πρόσωπο έχει αναθεωρητικό δικαίωμα σε ορισμένες περιστάσεις βάσει της Σύμβασης, μια τακτική του «διαίρει και βασίλευε» πιθανόν να αποτελούσε των κώδικα επιτυχίας. Παρά την αισθητή έλλειψη της οδηγίας σχετικά με την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, αναθέτοντας τη Σύμβαση του Άρχους στις περιφερειακές και τοπικές κυβερνήσεις, θα μπορούσε να αρθεί ένα ήδη υπάρχον, βαρύ φορτίο από τους ώμους της κεντρικής κυβέρνησης. Η μεταφορά της ευθύνης μιας συγκεκριμένης περιοχής ή ενός συγκεκριμένου τομέα σε ένα μικρό αριθμό ανθρώπων ή μια τοπική αρχή θα έκανε όχι μόνο πιο προσιτούς τους στόχους της Σύμβασης αλλά θα λειτουργούσε και ως στηρικτικό θεμέλιο για την οικονομία. Στο τέλος της ημέρας, εάν παρασκηνιακοί στόχοι επιασκιάζουν το προσκήνιο, πράγμα που ίσως να φαίνεται από την αντίσταση πολλών κρατών μελών ως προς την έγκριση της οδηγίας για τον τρίτο πυλώνα, τότε αυτή η οδηγία, που ίσως να αποτελέσει το όπλο μεγάλου βεληνεκούς για τους πολίτες της Ένωσης, να μην είναι, ακόμα και κατά την υιοθέτησή της, παρά ένα γειωμένο πουλί.

Επίλογος
Μέσα από την πολυμερή Σύμβαση του Άρχους, που υπήρξε παράγοντας για τη θέσπιση νέας νομοθεσίας καθώς και εξάπλωσης των πλοκαμιών της σε υφιστάμενη Ευρωπαϊκή νομοθεσία, οι ευκαιρίες για τους πολίτες να έχουν πρόσβαση στην περιβαλλοντική πληροφόρηση είναι αυξημένες μέσα από διαφανείς και αξιόπιστες διαδικασίες ρύθμισης. Προβλέπονται μέσα για την ενίσχυση του δικτύου περιβαλλοντικής διακυβέρνησης, την εισαγωγή δραστικής και φερέγγυας σχέσης μεταξύ της κοινωνίας των πολιτών και των κυβερνήσεων προσθέτοντας ταυτόχρονα την καινοτομία ενός μηχανισμού που δημιουργήθηκε για να ενδυναμώσει την αξία της συμμετοχής του κοινού στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και να εγγυηθεί την πρόσβαση στη δικαιοσύνη: μία «διακυβέρνηση διά αποκάλυψης» με στόχο μια περιβαλλοντικά υπεύθυνη κοινωνία.

Υπάρχουν όμως περιορισμοί, ο σημαντικότερος από τους οποίους είναι η έλλειψη μιας οδηγίας που να ολοκληρώνει και ενισχύει τον τρίτο πυλώνα της Σύμβασης, ένα νομικό μέσο το οποίο σε περίπτωση υιοθέτησης θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντική «απειλή» προς πολιτικούς παράγοντες. Επιπλέον, σε μια χώρα όπως η Κύπρος, το ρήγμα μεταξύ του κοινού και των δημοσίων αρχών δεν είναι μόνο μεγάλο, αλλά και κατεστραμμένο. Όπου οι «δεσμοί», τουλάχιστον τις περισσότερες φορές, υπαγορεύουν τη δημόσια πολιτική, είναι προφανές ότι ακόμη και μια τέτοια συσκευή θα κάνει περισσότερο κακό παρά καλό. Ίσως το κλειδί να βρίσκεται στην κατά γράμμα τήρηση των διαδικασιών ευθύς εξαρχής αντί να φτάνουμε στο σημείο όπου νομικές, χρονοβόρες και δαπανηρές διαδικασίες καθορίζουν το αποτέλεσμα· αποτέλεσμα το οποίο, τουλάχιστον διά μέσω κοινών ματιών, έχει νικητές και ηττημένους, περαιτέρω διευρύνοντας και καταστρέφοντας το ήδη υπάρχον ρήγμα.

Όπως έχει προαναφερθεί, το άρθρο αυτό είναι απλώς μια επισκόπηση της σύμβασης του Άρχους και σχετικών εξελίξεων. Είναι υψίστης σημασίας για το κοινό να συνειδητοποιήσει ότι αυτά τα όργανα αποτελούν ισχυρά εργαλεία μόνο όταν υπάρχει σωστή και ολοκληρωμένη ενημέρωση ουτώς ώστε να γίνεται και ορθή χρήση. Ο χρόνος και το χρήμα είναι αδιαμφισβήτητα από τους σημαντικότερους κινητήριους παράγοντες για τη χρήση των διατάξεων της Σύμβασης και το ξεκίνημα, κατά πολλούς, ακόμη μιας «διαδικαστικής σταυροφορίας». Ωστόσο, είναι η ειλικρινή μου ελπίδα ότι μέσα από αυτό το άρθρο αρκετοί, ή ακόμη περισσότεροι, αναγνώστες θα ξοδέψουν το χρόνο να ερευνήσουν περαιτέρω για σκοπούς καλύτερης ενημέρωσης μόνο και μόνο επειδή, σε αυτές τις περιπτώσεις, η γνώση δείχνει το δρόμο.

Ενταφιανός Α. Ενταφιανός
Δικηγόρος - Νομικός Σύμβουλος
Καλλιπόλεως 3, Γρ. 101 (1ος Όρ.),
1055 (Λυκαβητός), Λευκωσία
τ. +357 22 753126
φ. +357 22 769429
e.entafianos@yahoo.co.uk

Αναφορές
UNECE Convention on Access to Information, Public Participation in Decision-Making and Access to Justice in Environmental Matters (The Aarhus Convention)
Aarti, Grupta (2008) "Transparency under Scrutiny: Information Disclosure in Global Environmental Governance", Global Environment Politics 8(2): 1-7
Rodenhoff, Vera (2003) "The Aarhus Convention and its Implications for the 'Institutions' of the European Community", Review of European Community and International Environmental Law 11(3): 343-357
Kremlis, G-S. (2005) “The Aarhus Convention and its Implementation in the European Community”, Seventh International Conference on Environmental Compliance and Enforcement, 9–15 April 2005, Vol.1: 141–143
Mason, M. (2010) “Information Disclosure and Environmental Rights: The Aarhus Convention”, Global Environmental Politics, 10(3): 10–31
Lee, M. and Abbot, C. (2003) “The Usual Suspects? Public Participation under the Aarhus Convention”, The Modern Law Review, 66(1): 80–108
Bell D. (2004) “Sustainability through Democratization? The Aarhus Convention and the Future of Environmental Decision-Making in Europe”, pp.94–112 in Barry J., Baxter B, Dunphy R, eds. (2004) Europe, Globalisation and Sustainable Development. London: Routledge
Europa: Η Δικτυακή Πύλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (europa.eu)


Εκτύπωση   Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο